ΣΚΕΠΑΣΤΟΝ
Τό Σκεπαστό ήταν ενα άπό τά πλουσιώτερα καί έμπορικώτερα χωριά τής Διοικήσεως Βιζύης, αν καί έκκλησιαστικώς άνηκε παλαιότερα στην Άνδριανούπολι. Είναι χτισμένο στους πρόποδες τών βουνών Καραμάν μπαΐρ καί Μαχγιά (Ζυγός). "Εχει τό έξαισιώτερο καί υγιεινότερο κλίμα τής περιοχής ολης τής Επαρχίας. "Ετσι λοιπόν τό καλοκαίρι έρχονται πολλοί ασθενείς καί βρίσκουν γρήγορα θεραπεία. Τό χωριό ίδρΰθη άπό κατοίκους τον διαφόρων πέριξ χωρίων. Τό όνομα «Σκεπαστόν» έλαβε είτε άπ' τίς καλύβες τίς όποιες έλεγαν τότε σκεπαστές, καί ήσαν τά πρώτα κατοικήσιμα μέρη, είτε, κατ' άλλους, διότι σκεπάζεται τό χειμώνα ολόκληρο τό χωριό άπό χιόνι, τόσο πολύ, ώστε οί κάτοικοι αναγκάζονται καί βγαίνουν άπ' τά παράθυρα μέ φτυάρια, γιά ν' ανοίξουν δρόμο. Πολλές φορές ένεκα τής χιόνος σταμάτα γιά πολλές μέρες ή συγκοινωνία. "Εχει εξη παλιές εκκλησίες, τόν Ταξιάρχη, τόν "Αγιο Αθανάσιο, τόν "Αγιο Νικόλαο, τόν "Αγ. Ιωάννη, τόν "Αγ. Γεώργιο καί τήν εκκλησία τής Παναγίας. Οί περισσότερες έχουν ωραίες τοιχογραφίες, οί όποιες κατεσκευάσθησαν, όπως καί οί εκκλησίες, άπό εξόριστους κατοίκους πού έ'φυγαν άπ' τό Σκεπαστό καί πήγαν στον Πανάγιο Τάφο. Οί 1.500 κάτοικοι τοΰ Σκεπαστού ασχολούνταν ώς έπι τό πλείστον στην κατασκευή αμαξών καί κάρρων. Ησαν λοιπόν καρροποιοί (άραμπατζήδες) καί γεωργοί. Τά άμπελοχώραφα είναι περιωρισμένα. Μόλις καί επαρκούν στό λαό τού Σκεπαστού. Οί κάτοικοι όμως είναι πολύ εργατικοί καί υπερήφανοι. Βγάζουν ωραία λαχανικά καί κάθε πέμπτη συγκέντρωναν έκεΐ τά διάφορα γεννήματα άπ' τά τριγύρω χωριά καί γινόταν παζάρι (αγορά). Έκεΐ τό Σκεπαστό πουλούσε τά λαχανικά καί τά κάρρα του. Τό παζάρι ήταν βολικό γιά τους Σαμμακοβΐτες άγογιατες, οί, όποιοι αγόραζαν τά πιο πολλά άπ' τά πωλούμενα γεννήματα. Οί Σκεπαστιανοί είχαν πολλές φιλίες μέ τους Σαμμακοβΐτες καί συγγένειες, διότι κατά τή φρασεολογία τους, άλληλοντυνόντουσαν, δηλαδή έγίνοντο κι' άπ' τά δύο μέρη προξενειές γιά γάμο. "Οταν συναντιόντουσαν Σαμμακοβΐτες κυρατζήδες μέ Σκεπαστιανοΰς στο δρόμο άρχιζαν νά άλληλοπειράζωνται. Οί Σκεπαστιανοί λέγανε κοροϊδευτικά τους Σαμμακοβΐτες «Μουλαροφαγάδες» επειδή είχαν πάρα πολλά μουλάρια γιά τήν δουλειά τους, τό αγώγι, καί οί Σαμμακοβΐτες τους έλεγαν «Ά-λογοφαγάδες», επειδή κι' αύτοί πάλι γιά τά κάρρα τους είχαν πολλά άλογα. Μάλιστα σκάρωσαν οί τελευταίοι μιά ιστορία πολύ κωμική είς βάρος τών Σκεπαστιανών. Στά παλιά χρόνια οί Σκεπαστιανοί ήταν, λένε, λαός αγράμματος καί αγαθός μέχρι χαζομάρας. Μιά μέρα μερικοί πήγαν γιά κυνήγι. Σέ μιά στιγμή βλέπουν ενα ζώο νά τρέχη μοναχό του μεσ' τήν ερημιά. Ηταν ενα άλογο ποϋ το έχασε κάποιος. Αύτοι όμως το πήραν γιά ελάφι καί χωρίς νά χάσουν καιρό τοΰ ρίχνουν καί το σκοτώνουν. "Οταν άρχισαν νά τό γδέρνουν, ενα παιδάκι, πού ήταν μαζί τους, βλέποντας τά πέταλα στά πόδια τοΰ αλόγου πετιέται καί λέει στον πατέρα του: «Γιατ' εχ' μπαμπά καί πέταλα αυτός ό Λάφνος;» (ελάφι). Κι' ό πατέρας του απήντησε: «Μπα τ΄ άγόρ μου, μπαγίρια (ξεροβούνια) ανεβαίνει, μπαγίρια κατεβαίνει καί πέταλα νά μην εχ', όλούρμου γιά;» (γίνεται;) Αύτό τό αστείο πολύ πείραζε τους Σκεπαστιανούς καί θέλοντας κι' αύτοί νά πειράξουν τους Σαμμακοβΐτες βρήκαν καί κορόιδεψαν τήν αγνοία τών τελευταίων στην Τουρκική γλώσσα, παρ' ο,τι ζοΰσαν μαζί μέ Τούρκους. Μιά μέρα, λέγανε, κατέβαινε κάποιος Τζανταρμάς (χωροφύλαξ) άπ' τό Σκεπαστό γιά τό Σαμμάκοβο. Μιά ώρα έξω άπ' τή κωμόπολι μας, συναντά ενα γεωργό πού ώργωνε στά χωράφια τοΰ Αγίου Αθανασίου, καί τόν ρωτά: «Τσορμπατζή, Σαμμακόβ, γιακιντά μιντίρ;» (τό Σαμμάκοβο είναι κοντά;). Κι' εκείνος απήντησε ανακατεμένα: «Ναι ναι Έ. φέντιμ, ά πάρης (θά πάρης) άπό δώ βύγνα, μονοπάτι, κελέλι μπαγταλασή, πεκεϊ στό Γιαννάκη τ' αμπέλι, πού έμαθε ο λαγός καί βγαίνει ντουγροΰ Σαμμακοβέλη, άκοΰς Έφέντιμ;». Εκείνος όμως δέν κατάλαβε τίποτε, καί λέγοντας ειρωνικά «'Έϊβαλλα Τσορμπατζή» (ευχαριστώ άρχοντα) Εφυγε τραβώντας τό δρόμο του. Μέ τέτοια έπειράζοντο μεταξύ τους καλοκάγαθα, μά πάντα οι Σαμμακοβΐτες κέρδιζαν στον αγώνα αυτόν κάνοντας νά Θυμώνουν πρώτοι οί Σκεπαστιανοί.
ΚΟΥΡΟΥ ΝΤΕΡΕ. (Ξηροπόταμος ή Χείμαρρος)
Τό χωριό αύτό βρίσκεται κοντά στό Σκεπαστό. Ήταν άλλοτε μιά ακμαία κώμη, έχουσα τήν καταγωγή της έκ τής παλιάς αρχαιότητος. Αύτό φαίνεται άπ' τά αρχαία αντικείμενα πού βρέθηκαν έκεΐ. Στά πιό παλιά χρόνια δέν είχε εκκλησία καί κάποιος ιερομόναχος ό παπά Άνανίας, άπ' τά Καλάβρυτα τής Πελοποννήσου, άφοϋ έξηγόρασε τήν φιλία τοΰ Καντή τοΰ Βουνάρ Χισσάρ κατόρθωσε καί επέτυχε τήν ανέγερση εκκλησίας έπάνω στά ερείπια μιας αρχαίας. Βρέθηκαν πολλά χάλκινα αντικείμενα καί πολλές σκουριές, πράγμα πού αποδεικνύει σωστή τήν παράδοση, ή οποία λέγει οτι υπήρχαν μεταλλεία χαλκού καί οί κάτοικοι ήσχολοΰντο μέ τήν παραγωγή τοΰ χαλκού καί τήν κατασκευή χάλκινων αγγείων. Υπάρχει επίσης στή θέσι "Αγιος Γεώργιος Άρχαΐον νεκροταφεϊον, οπου οί τάφοι καλύπτονται άπό τεράστιους ακατέργαστους λίθους. Έκεΐ βρέθηκαν πήλινα αγγεία καί αρχαία νομίσματα. υπάρχει ακόμη άλλο ένα αρχαίο νεκροταφείο στή θέσι Τσαΐρ Κιογιοΰ, τό οποίο ονομάζεται Ελληνικά μνημόρια (μνήματα). Οί τότε κάτοικοι του ήσαν περί τους χιλίους, άπ' τους οποίους οί μισοί καί πλέον ήσαν Βούλγαροι. Ή ασχολία τους ήτο ή κτηνοτροφία καί ή γεωργία. Έπι Ελληνικής κατοχής ώνομάσθη Χείμαρρος καί κατόπιν Ξηροπόταμος.
ΚΡΥΟΝΕΡΟΝ
Τοΰτο τό μικρό χωριό είναι ενα στολίδι στον τόπο. Βρίσκεται στίς όχθες κάποιου πόταμου μεταξύ δυο βουνών. "Ολα γύρω είναι καταπράσινα καί τά σπίτια μέ τίς κόκκινες στέγες καί τ' άσπρίσματα φαντάζουν περίφημα μέσα σ' αυτή τή φύσι. Κάποτε κάποιος περιηγητής όταν τόν ρώτησαν γιά τό Κρυόνερον είπε: «μοιάζει σάν φωληά στρουθίου μέσα στά φυλλώματα ενός δένδρου». Αύτό τό χωριό κατά τοπική παράδοσι, βρισκόταν πρώτα πολύ πιό νότια, επάνω στό δρόμο Βιζύης Βουνάρ Χισσάρ. Μάλιστα σ' ενα σημείο φαίνονται διάφορα ερείπια οικοδομών. Έγκατελείφθηκε άπό τους κατοίκους μετά τήν άλωσι τής Κωνσταντινουπόλεως ένεκα τών διαρπαγών, δηώξεων, καί φόνων, τους οποίους διέπρατταν τά διερχόμενα στίφη. Απηύδησαν, κι' άλλοι έκ τών κατοίκων διεσκορπίσθησαν εδώ κι' έκεΐ, άλλοι πάλι ήλθαν εδώ ψηλά μέσα σ' αυτή τήν προφυλαγμένη φωληά καί απετέλεσαν τό σημερινό χωριό. Τό είπαν Κρυόνερο, καί πολύ σωστά. Τά νερά του είναι πολλά, δροσερότατα καί κρυσταλλένια. Μάλιστα σέ μιά δεκάλεπτη άπόστασι προς βορράν τοΰ χωρίου υπάρχει μιά τρύπα άπ' οπου βγαίνει άφθονο παγωμένο νερό. Τοΰτο έρχεται υπογείως καί τό λένε τό Κρυφονέρι. Οί Κρυονερΐτες ασχολούνται μέ τήν άνθρακοποιΐα, τήν γεωργία, τήν άσβεστοποιΐα καί μερικοί άπ' αυτούς είναι λατόμοι γιά μυλόπετρες. Εκείνο όμως πού τους διακρίνει είναι ή έργατικότης καί ή φιλοξενία.
ΣΟΦΙΔΕΣ
Αύτό τό χωριό, κοντά στό Σκεπαστό, κατ' αρχάς ήτο τουρκικό υποστατικό καί ελέγετο «Έργασίν Τσιφλίκ». Πρίν όμως άπό τρεις αίώνες κατοικήθηκε άπό κατοίκους τοΰ χωριού "Αγιος Γεώργιος, όταν αύτό ύπέστη λεηλασία άπό ληστάς καί επιδρομείς. Ό "Αγιος Γεώργιος έλέγετο Έβρενλή γι' αύτό στην αρχή οί Σοφίδες ώνομάζοντο, Τούρκικα Έβρεντζίκ (μικρό Έβρενλή). Μέ τήν πάροδο τοΰ χρόνου, μετωνομάσθη «ίς Σοφίδες είτε άπ' τήν άρχαία πόλι Σοφιλάρ, πού βρίσκεται κοντά, είτε άπό μιά φυλή Περσών οι οποίοι έλέγοντο δήθεν Σοφίδες. Βρίσκεται στους πρόποδας ενός πετρώδους βουνού. "Εκτισαν μιά εκκλησία είς τό όνομα τοΰ Άγ. Γεωργίου, μιά και ή καταγωγή τοΰ νέου χωριού βαστούσε άπ' τόν Παλιό "Αγ Γιώργη. Αυτή η εκκλησία, παρ' οτι κάηκε ή φιλοτιμία τών κατοίκων τήν ξανάχτισε καλύτερη. Γίνηκε ένας άπό τους ωραιότερους ναούς τής περιοχής. Οί κάτοικοι Είναι γεωργοί, κτηνοτρόφοι, μυλωνάδες καί προ πάντων εξαίρετοι κτίστες.
Σ Α Ρ Α Κ Ι Ν Α
Ή Σαρακίνα είναι ενα παμπάλαιο χωριό. Στά αρχαία χρόνια ώνομάζετο Σεργέντση. Εκατοικείτο άπό "Ελληνας, Τούρκους, καί Βουλγάρους, πού όλοι σχεδόν κατεγίνοντο μέ τήν γεωργία, τήν άμαξοποιΐα, τό άραμπατζηλίκι, όπως τολεγαν, τήν κτηνοτροφία, καί τήν αμπελουργία. Ή Σαρακίνα είναι τό μόνο χωριό τής περιφερείας πού διέσωσε τήν Βυζαντινή του εκκλησία, πού κρατούσε άπ' τά πολύ παλιά Βυζαντινά χρόνια. Είναι αφιερωμένη στό όνομα τής 'Αγίας Παρασκευής. Κοντά σ' αυτή ύπαρχει, ενα άρχαϊο μοναστήρι μέ μιά εκκλησία επίσης παλιά πού γιορτάζει τό Δεκαπενταύγουστο. Είναι τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου καί κάθε χρόνο γίνεται σπουδαίο πανηγύρι, είς τό όποιο προσέρχονται πληθώρα προσκυνηταί άπ' ολα τά χωριά τής 'Υποδιοικήσεως. Ή εορτή έγίνοντο μέ πολλή επισημότητα καί λαμπρότητα. Κατά τήν λειτουργία χοροστατοϋσε ό Μητροπολίτης Βιζύης, ό οποΐος ευλογούσε τά πλήθη καί τους καρπούς. Στην πανήγυρη έμαζευοντο πολλοί παραγωγοί καί έγίνοντο ενα είδος παζάρι οπου πουλούσαν λογιών - λογιών πράγματα, φθηνότατα. Οί Σαμμακοβΐτες τούτο τό πανηγύρι τό τιμούσαν όλοι σχεδόν έν σώματι.
ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ
Τούτο τό παραθαλάσσιο χωριουδάκι στά παλιά τά χρόνια ήταν ακατοίκητο καί μόνο ενας παμπάλαιος αμπελώνας καί μερικές γέρικες συκίες μάς δείχνουν πώς έμεναν μερικές οικογένειες γιά νά τά καλλιεργούν. Οί πρώτοι κάτοικοι πού ίδρυσαν τό χωριό ήσαν Βυζαντινοί "Ελληνες, πού κατεγίνοντο μόνο μέ τήν άλιείαν. Μέ μικρές βάρκες ξανοίγονταν στό πέλαγος καί χαροπάλευαν στή μανιασμένη θάλασσα γιά νά μπορέσουν νά εξοικονόμησαν τό ψωμί τό δικό τους καί τής οίκσγενείας των. Οί σωστοί αύτοί θαλασσόλυκοι ψαράδες άκουσαν πώς κάποτε άπ' αύτό τόν τόπο είχε περάσει ό Απόστολος Παύλος, όταν κατέβαινε γιά τήν Αθήνα γιά νά διδάξη τήν νέα θρησκεία. Άπό τότε που τόμαθαν αύτό, περιμένουν νά ξανάρθη ό Μέγας Απόστολος στον τόπο τους νά τους λευτερώση γιά πάντα. Καί μ' αυτή τήν παρηγοριά, τήν αληθινή, καρτερούσαν καί ύπέμεναν μέ ταπεινότητα τή σκληρή ζωή. Προς τιμή τής μεγάλης τους ελπίδας είπαν το χωριό τους "Αγιο Παϋλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου